1) Η συνθήκη Σένγκεν είναι μία διακρατική συμφωνία που έχει ως στόχο τη θέσπιση κοινού πλαισίου για:
Α) Τη διακίνηση πολιτών μεταξύ των κρατών-μελών.
Β) Την εναρμόνιση των αδειών οδήγησης μεταξύ των κρατών-μελών.
Γ) Τις επιβατικές μεταφορές με λεωφορεία.
2) Επιβάτης χρησιμοποιεί το λεωφορείο για να μεταβεί σε σταθμό μετρό. Η μετακίνησή του είναι:
Α) Αυτόνομη.
Β) Συνδυασμένη.
Γ) Δωρεάν.
3) Η συνδυασμένη χρήση φρένων και επιβραδυντή:
Α) Πρέπει να αποφεύγεται εντός πόλεων.
Β) Πρέπει πάντοτε να προτιμάται.
Γ) Πρέπει να αποφεύγεται σε κατωφέρειες με έντονη κλίση.
4) Σε περίπτωση ακινητοποίησης του λεωφορείου λόγω μηχανικής βλάβης, οι επιβάτες πρέπει να:
Α) Παραμείνουν οπωσδήποτε εντός του οχήματος.
Β) Απομακρυνθούν οπωσδήποτε από το όχημα.
Γ) Απομακρυνθούν από το όχημα μόνο σε περίπτωση που διατρέχουν άμεσο κίνδυνο.
5) Σε περίπτωση δυο οδηγών, ο οδηγός που δεν οδηγεί κάνει διάλειμμα. Αυτό μπορεί να καταγραφεί στον ψηφιακό ταχογράφο:
Α) Μόνο ιδιοχείρου.
Β) Στη θέση «ανάπαυση».
Γ) Στη θέση «διάλειμμα 2ου οδηγού».
6) Ο οδηγός μπορεί να έχει το πολύ 3 μειωμένες ημερήσιες χρονικές περιόδους ανάπαυσης μεταξύ δύο:
Α) Οποιωνδήποτε εβδομαδιαίων περιόδων ανάπαυσης.
Β) Ημερολογιακών εβδομάδων.
Γ) Οποιωνδήποτε κανονικών ημερησίων περιόδων ανάπαυσης.
7) Ο χρόνος ανάπαυσης που υπολείπεται από την εφαρμογή μειωμένης περιόδου ανάπαυσης μεταξύ δύο εβδομάδων:
Α) Εφαρμόζεται αφού κατανεμηθεί ισόποσα σε διάστημα 7 ημερών.
Β) Εφαρμόζεται σε ισόποση χρονική περίοδο ανάπαυσης πριν το τέλος της τρίτης εβδομάδας.
Γ) Καταγράφεται στον ταχογράφο.
8) Σε περίπτωση λανθασμένης καταγραφής στον ψηφιακό ταχογράφο, ο οδηγός οφείλει να:
Α) Απευθυνθεί άμεσα στις Αρμόδιες Αρχές.
Β) Εκτυπώσει ίο σχετικό φύλλο και πάνω σε αυτό να επισημάνει το λάθος.
Γ) Διορθώσει ψηφιακά το λάθος.
9) Σε περίπτωση δύο οδηγών, ο οδηγός που δεν οδηγεί αλλά βοηθά στην πλοήγηση καταγράφεται στον ψηφιακό ταχογράφο στη θέση:
Α) «2ος οδηγός».
Β) «Διαθεσιμότητα».
Γ) «Άλλες εργασίες».
10) Ο βασικός ρόλος του προσκέφαλου της θέσης του οδηγού είναι:
Α) Η άνεση.
Β) Η ασφάλεια.
Γ) Η αύξηση της αποδοτικότητας.
11) Για την ασφαλή αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών, οι οδηγοί των οχημάτων δημοσίων συγκοινωνιών υποχρεούνται να:
Α) Πλησιάζουν, κατά το δυνατόν, το δεξί άκρο του οδοστρώματος.
Β) Απομακρύνονται, κατά το δυνατόν, από το άκρο του οδοστρώματος.
Γ) Πλησιάζουν ή να απομακρύνονται από το οδόστρωμα κατά περίπτωση.
12) Τα λεωφορεία με ελαφρό ρυμουλκούμενο (αποσκευοφόρο) έχουν ανώτατο όριο ταχύτητας τα:
Α) 70 km/h.
Β) 80 km/h.
Γ) 90 km/h.
13) Σε έκτακτες καταστάσεις κατά τη μεταφορά μαθητών, είναι ασφαλέστερο να:
Α) Παραμένουν πάντοτε εντός του οχήματος.
Β) Απομακρύνονται πάντοτε από το όχημα.
Γ) Απομακρύνονται από το όχημα μόνο στην περίπτωση άμεσου κινδύνου (π.χ. πυρκαγιά).
14) Λεωφορείο βρίσκεται σε στενή και απότομη κατηφόρα και η διέλευση ενός φορτηγού που έρχεται αντίθετα είναι δυσχερής. Οφείλει να οπισθοδρομήσει:
Α) Ο οδηγός του λεωφορείου.
Β) Ο οδηγός του φορτηγού.
Γ) Ο οδηγός του βαρύτερου εκ των δύο.
15) Κατά την οδήγηση σε κατωφέρεια, συνιστάται:
Α) Η διατήρηση σταθερής ταχύτητας μέσω της άσκησης σταθερής πίεσης επί του ποδομοχλού πέδησης.
Β) Η τοποθέτηση του συμπλέκτη στη «νεκρά» θέση για εξοικονόμηση καυσίμου.
Γ) Η επιλογή κατάλληλης σχέσης ταχύτητας και η ελαχιστοποίηση της χρήσης των φρένων.
16) Οι οδικές επιβατικές μεταφορές:
Α) Έχουν αποκλειστικά αυτόνομο ρόλο.
Β) Είναι πάντοτε εξαρτώμενες από άλλα μέσα μεταφοράς.
Γ) Λειτουργούν είτε αυτόνομα είτε συμπληρωματικά με άλλα μέσα μεταφοράς.
17) Για την εκτέλεση διεθνών μεταφορών επιβατών με πούλμαν και λεωφορεία, κάθε μεταφορέας πρέπει να διαθέτει ειδική κοινοτική άδεια. Επί του οχήματος:
Α) Πρέπει οπωσδήποτε να βρίσκεται το πρωτότυπο αυτής.
Β) Αρκεί να υπάρχει επικυρωμένο αντίγραφο αυτής.
Γ) Αρκεί να υπάρχει απλό φωτοαντίγραφο αυτής.
18) Η κεντρομόλος δύναμη στο αυτοκίνητο εξασφαλίζεται από:
Α) Τα ελαστικά.
Β) Την ανάρτηση.
Γ) Τα φρένα.
19) Η κατανάλωση αλκοόλ προκαλεί στον οδηγό:
Α) Αύξηση του χρόνου αντίδρασης.
Β) Μείωση του χρόνου αντίδρασης.
Γ) Διεύρυνση του οπτικού πεδίου.
20) Η ισχύς, η ροπή στρέψης και η κατανάλωση καυσίμου διαφοροποιούνται σημαντικά σε συνάρτηση με:
Α) Το φορτίο και τις καιρικές συνθήκες.
Β) Το φορτίο και την ταχύτητα.
Γ) Την ταχύτητα και τις καιρικές συνθήκες.
21) Εντός κατοικημένων περιοχών, το προειδοποιητικό τρίγωνο τοποθετείται σε απόσταση τουλάχιστον:
Α) 50 m από το ακινητοποιημένο όχημα.
Β) 20 m από το ακινητοποιημένο όχημα.
Γ) 100 m από το ακινητοποιημένο όχημα.
22) Λεωφορείο είναι πλήρως εξοπλισμένο με ζώνες ασφαλείας. Υποχρέωση χρήσης της ζώνης:
Α) Έχει μόνο ο οδηγός.
Β) Έχουν μόνο οι επιβάτες.
Γ) Έχουν και ο οδηγός και οι επιβάτες.
23) Η μέγιστη ταχύτητα σχεδιασμού των ελαστικών λεωφορείου είναι τα:
Α) 110 km/h.
Β) 120 km/h.
Γ) 130 km/h.
24) Η συνδυασμένη χρήση φρένων και επιβραδυντή:
Α) Συνεπάγεται μεγαλύτερη κατανάλωση καυσίμου.
Β) Μειώνει τη διάρκεια ζωής του κινητήρα.
Γ) Συμβάλλει στην εξοικονόμηση καυσίμου.
25) Για την εκτέλεση διεθνών μεταφορών επιβατών με πούλμαν και λεωφορεία, κάθε μεταφορέας πρέπει να διαθέτει ειδική κοινοτική άδεια. Η άδεια αυτή πρέπει να ανανεώνεται κάθε:
Α) 5 χρόνια.
Β) 15 χρόνια.
Γ) 5 χρόνια μετά το 65ο έτος ηλικίας.
26) Σε ξαφνική ριπή ανατολικού ανέμου, συνιστάται:
Α) Ελαφρά στροφή του τιμονιού προς τα δυτικά.
Β) Ελαφρά στροφή του τιμονιού προς τα ανατολικά.
Γ) Ελαφρά στροφή του τιμονιού προς τα νότια.
27) Το άγχος βραχυπρόθεσμα προκαλεί:
Α) Απώλεια συγκέντρωσης και αναίτια νευρικότητα.
Β) Διαρκή κόπωση.
Γ) Διαρκή ευφορία.
28) Όταν η δύναμη τριβής αυξάνεται, ο συντελεστής πρόσφυσης εν γένει:
Α) Μειώνεται.
Β) Αυξάνεται.
Γ) Δεν μεταβάλλεται.
29) Επιβάτης μεταβαίνει με μετρό από το σπίτι του στο Σιδηροδρομικό Σταθμό Λαρίσης στην Αθήνα. Στη συνέχεια μεταβαίνει με τρένο στη Θεσσαλονίκη. Στη μετακίνηση αυτή ή σε τμήμα της:
Α) Το λεωφορείο του ΟΑΣΑ είναι μέσο συμπληρωματικό.
Β) Το λεωφορείο του ΟΑΣΑ είναι μέσο ανταγωνιστικό.
Γ) Το αεροπλάνο είναι μέσο συμπληρωματικό.
30) Το ΠΕΙ πρέπει να ανανεώνεται κάθε:
Α) 5 χρόνια.
Β) 7 χρόνια.
Γ) 5 χρόνια για οδηγούς ηλικίας άνω των 65 ετών.
31) Η κόπωση του οδηγού μπορεί να οδηγήσει:
Α) Στη μείωση των αντανακλαστικών του και, ενδεχομένως, σε υπνηλία.
Β) Στη βελτίωση των αντανακλαστικών του και, ενδεχομένως, σε υπνηλία.
Γ) Στη μείωση του χρόνου αντίδρασης και, ενδεχομένως, σε υπερδιέγερση.
32) Όχημα μεταφέρεται επάνω σε πλοίο ή τρένο για 9 ώρες, ενώ ο οδηγός του κοιμάται ανενόχλητος σε κλίνη. Ο χρόνος αυτός καταγράφεται:
Α) Ως άλλη εργασία.
Β) Ως ανάπαυση.
Γ) Ως ύπνος.
33) Ο οδηγός ξεκουράζεται (ημερήσια ανάπαυση) ενώ το όχημά του μεταφέρεται επάνω σε πλοίο ή τρένο. Η ξεκούρασή του διακόπτεται 1 φορά. Η διάρκεια της διακοπής δεν πρέπει να υπερβαίνει:
Α) Τη 1 ώρα.
Β) Τα 15 λεπτά.
Γ) Τα 30 λεπτά.
34) Η ύπαρξη «γεμάτης» αποσκευοφόρου:
Α) Μειώνει την κατανάλωση καυσίμου.
Β) Αυξάνει την κατανάλωση καυσίμου.
Γ) Δεν επιδρά στην κατανάλωση καυσίμου.
35) Μέσα σε δυο συνεχόμενες εβδομάδες, ένας οδηγός μπορεί να έχει:
Α) Μία μειωμένη εβδομαδιαία περίοδο ανάπαυσης.
Β) Δύο μειωμένες εβδομαδιαίες περιόδους ανάπαυσης.
Γ) Τρεις μειωμένες εβδομαδιαίες περιόδους ανάπαυσης.
36) Μεταξύ των παρακάτω περιπτώσεων, μικρότερη δύναμη απαιτείται:
Α) Για την εκκίνηση ενός λεωφορείου.
Β) Για τη διατήρηση σταθερής ταχύτητας.
Γ) Για την ακινητοποίηση ενός λεωφορείου.
37) Κάποιοι επιβάτες μπορεί να εκδηλώσουν αποκλίνουσα συμπεριφορά. Σ' αυτήν την περίπτωση, συνιστάται όπως ο οδηγός:
Α) Τους ζητήσει αμέσως να εγκαταλείψουν το λεωφορείο.
Β) Τους επιπλήξει παρουσία των υπολοίπων επιβατών.
Γ) Τους επιπλήξει ευγενικά και χαμηλόφωνα.
38) Το κιβώτιο ταχυτήτων είναι ένα μηχανικό σύστημα γραναζιών μέσα σε ένα μεταλλικό κιβώτιο. Ο κύριος σκοπός του είναι:
Α) Η μεταβολή της σχέσης μετάδοσης των στροφών μεταξύ του κινητήρα και του κεντρικού άξονα.
Β) Η μεταβολή της σχέσης μετάδοσης των στροφών μεταξύ του κινητήρα και του στροφαλοφόρου άξονα.
Γ) Η μεταβολή της ταχύτητας κίνησης.
39) Ο τύπος επιβραδυντή που παρουσιάζει προβλήματα υπερθέρμανσης είναι:
Α) Το μηχανόφρενο.
Β) Ο υδραυλικός.
Γ) Ο ηλεκτρομαγνητικός.
40) Οι βασικοί παράγοντες που επιδρούν στην οδική ασφάλεια είναι:
Α) Ο οδηγός, η οδός και το οδόστρωμα.
Β) Ο οδηγός, το όχημα, το οδικό περιβάλλον.
Γ) Το όχημα, η σήμανση και η σηματοδότηση.
41) Η ενέργεια που έχουν τα οχήματα κατά την κίνησή τους λέγεται:
Α) Ελκτική.
Β) Κινητική.
Γ) θερμική.
42) Οι αισθητήρες ενός συστήματος ABS «μετρούν»:
Α) Την ταχύτητα κίνησης του οχήματος.
Β) Τη διαφορά της ταχύτητας περιστροφής των κινητηρίων από αυτή των μη κινητηρίων τροχών.
Γ) Την απόλυτη τιμή της ταχύτητας περιστροφής των τροχών.
43) Στην Ελλάδα, ανταγωνιστικό του υπεραστικού λεωφορείου μέσο μεταφοράς είναι:
Α) Ο σιδηρόδρομος.
Β) Το μετρό.
Γ) Το πλοίο.
44) Το στροφόμετρο βρίσκεται στον πίνακα οργάνων του οχήματος και πληροφορεί τον οδηγό σχετικά με:
Α) Τον αριθμό των στροφών/δευτερόλεπτο του κινητήρα.
Β) Τον αριθμό των στροφών ανά λεπτό του κινητήρα.
Γ) Το μέσο ωριαίο αριθμό στροφών του κινητήρα.
45) Η διαδικασία φορτο/εκφόρτωσης καταγράφεται στον ταχογράφο ως:
Α) «Διάλειμμα».
Β) «Άλλη εργασία».
Γ) «Διαθεσιμότητα».
46) Ο οδηγός υποχρεούται να κάνει διάλειμμα μετά από 3,5 ώρες οδήγησης και 1 ώρα:
Α) Άλλης εργασίας.
Β) Φυσικής άσκησης.
Γ) Οδήγησης άλλου οχήματος.
47) Σε περίπτωση δύο οδηγών, ο οδηγός που δεν οδηγεί εν γένει καταγράφεται στον ψηφιακό ταχογράφο στη θέση:
Α) «2ος οδηγός».
Β) «Διαθεσιμότητα».
Γ) «Άλλες εργασίες».
48) Κατά την οδήγηση σε λεωφορειολωρίδα (με κατεύθυνση αντίθετη από αυτήν της υπόλοιπης κυκλοφορίας) στο αριστερό άκρο του οδοστρώματος, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος πρόκλησης ατυχήματος:
Α) Στις στάσεις κατά την απο/επιβίβαση.
Β) Στις δεξιές στροφές των υπολοίπων οχημάτων.
Γ) Με πεζούς που δεν αναγνωρίζουν την αντίθετη κίνηση των λεωφορείων.
49) Το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα μεταφοράς επιβατών ασκεί:
Α) Όποιος διαθέτει κατάλληλη άδεια οδήγησης (Δ ή Δ+Ε).
Β) Όποιος έχει στην κατοχή του επιβατηγό όχημα με περισσότερες από 8 θέσεις επιβατών (Μ2).
Γ) Όποιος έχει μεταφορικές επιχειρήσεις έναντι κομίστρου.
50) Η ρύθμιση του ψηφιακού ταχογράφου πρέπει να γίνεται:
Α) Πριν από κάθε διαδρομή.
Β) Κάθε χρόνο.
Γ) Αν μείνει εκτός λειτουργίας το ρολόι για διάστημα μεγαλύτερο των 20 λεπτών.
51) Οι κάτοχοι ΠΕΙ μεταφοράς επιβατών για άδεια οδήγησης κατηγορίας Δ που επιθυμούν ΠΕΙ για άδεια οδήγησης κατηγορίας Δ+Ε:
Α) Οφείλουν να επαναλάβουν την επιμόρφωση για απόκτηση ΠΕΙ.
Β) Δεν χρειάζεται να κάνουν κάποια επιμόρφωση για ΠΕΙ.
Γ) Χρειάζεται μόνο να παρακολουθήσουν την επιμόρφωση που αντιστοιχεί στη νέα δραστηριότητα.
52) Συγκρίνοντας τον πετρελαιοκινητήρα με το βενζινοκινητήρα, ο πετρελαιοκινητήρας:
Α) Λειτουργεί σε μικρότερο αριθμό στροφών.
Β) Έχει μεγαλύτερη κατανάλωση καυσίμου.
Γ) Είναι λιγότερο θορυβώδης.
53) Μεικτό βάρος είναι το συνολικό βάρος ενός οχήματος περιλαμβανομένων:
Α) Των μελών του πληρώματος, των επιβατών και των αποσκευών τους.
Β) Των μελών του πληρώματος, των επιβατών, αλλά όχι των αποσκευών τους.
Γ) Των επιβατών και των αποσκευών τους, αλλά όχι των μελών του πληρώματος.
54) Η μέγιστη ημερήσια διάρκεια οδήγησης δεν πρέπει να υπερβαίνει τις:
Α) 8 ώρες.
Β) 9 ώρες.
Γ) 12 ώρες.
55) Οι λεωφορειακές γραμμές που εξυπηρετούν τη μεταφορά των μαθητών και σπουδαστών μεταξύ της κατοικίας και του ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου τους είναι:
Α) Ειδικές τακτικές γραμμές.
Β) Τακτικές γραμμές.
Γ) Έκτακτες γραμμές.
56) Σε μεγάλες κατηφόρες με τη συνδυασμένη χρήση φρένων και επιβραδυντή βασικά επιτυγχάνεται:
Α) Επιτάχυνση.
Β) Διατήρηση της ταχύτητας ή ελαφρά επιβράδυνση.
Γ) Ακινητοποίηση.
57) Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το έντυπο της φιλικής δήλωσης σε περίπτωση ατυχήματος με εμπλοκή:
Α) Το πολύ δύο οχημάτων που έχουν ασφαλιστεί σε διαφορετικές εταιρείες.
Β) Τουλάχιστον δύο οχημάτων που έχουν ασφαλιστεί σε διαφορετικές εταιρείες.
Γ) Δύο μόνο οχημάτων που έχουν ασφαλιστεί στην ίδια εταιρεία.
58) Η σωστή ρύθμιση του καθίσματος του οδηγού είναι σημαντική για την άνεση και για την ασφάλειά του. Εξαρτάται από:
Α) Τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά της οδού.
Β) Τα σωματικά χαρακτηριστικά του οδηγού.
Γ) Το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος του οχήματος.
59) Το μηχανόφρενο (κλαπέτο) είναι επιβραδυντής που λειτουργεί με:
Α) Μηδενισμό της παροχής πετρελαίου μέσω ποδομοχλού.
Β) Έγχυση λαδιού.
Γ) Έλεγχο της ισχύος του ρεύματος.
60) Από την υποχρέωση χρήσης ζώνης ασφαλείας δεν εξαιρούνται:
Α) Οι έγκυες γυναίκες.
Β) Άτομα που το ανάστημά τους είναι κάτω από 1,50 m.
Γ) Άτομα που το βάρος τους υπερβαίνει τα 120 kg.